Τα ουσιαστικά στα Τσακώνικα ταξινομούνται ανάλογα με το γένος, τον αριθμό και την πτώση, αν και το σύστημα έχει υποστεί σημαντική απλούστευση και μείωση σε σύγκριση με τις αρχαίες ελληνικές του ρίζες. Ενώ πολλά πρότυπα ευθυγραμμίζονται με τη Νέα Ελληνική, τα Τσακώνικα διατηρούν διακριτούς αρχαϊκούς τύπους και μοναδικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στις κλιτικές τους τάξεις και στην προοδευτική απώλεια της γενικής πτώσης.
Γλωσσάρι γραμματικής: Η πτώση είναι μια γραμματική κατηγορία που επισημαίνει τον ρόλο ενός ουσιαστικού σε μια πρόταση. Η ονομαστική πτώση επισημαίνει το υποκείμενο («η γάτα βλέπει»), η γενική επισημαίνει την κατοχή («η ουρά της γάτας»), η αιτιατική επισημαίνει το άμεσο αντικείμενο («βλέπω τη γάτα»). Η κλίση είναι ένα πρότυπο καταλήξεων που ακολουθεί ένα ουσιαστικό. Το γένος στα ελληνικά (και σε πολλές άλλες γλώσσες) είναι μια γραμματική ιδιότητα κάθε ουσιαστικού, που δεν σχετίζεται απαραίτητα με το βιολογικό φύλο: όλα τα ουσιαστικά είναι αρσενικά, θηλυκά ή ουδέτερα, και αυτό επηρεάζει τις καταλήξεις του άρθρου και των επιθέτων που χρησιμοποιούν.
Για τη δωρική ιστορική προέλευση των τύπων των ουσιαστικών, δείτε 1.3 Δωρική κληρονομιά. Για το πώς η απώλεια της γενικής επηρεάζει τη σύνταξη, δείτε 5.8 Σύνταξη και 5.7 Προθέσεις και Μεταθέσεις.
Γένος
Τα Τσακώνικα έχουν τρία γένη: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο. Το γένος επισημαίνεται από το οριστικό άρθρο, την κατάληξη του ουσιαστικού και τη συμφωνία με τα επίθετα (Kisilier & Mertyris, 2018).
Οριστικό Άρθρο ανά Γένος
| Πτώση | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ο (o) | α (a) | το (to) |
| Γενική | του (tou) | ταρ (tar) (φωνήεντα) / τα (ta) (σύμφωνα) | του (tou) |
| Αιτιατική | τον (ton) | ταν (tan) (φωνήεντα) / τα (ta) (σύμφωνα) | το (to) |
Οι παραλλαγές του θηλυκού άρθρου προκύπτουν από τον ρωτακισμό (τη φωνητική μεταβολή /s/ → /r/, δείτε 2. Φωνολογία): τας > ταρ πριν από φωνήεντα (π.χ. ταρ αγάκη). Πριν από σύμφωνα, το τελικό /s/ και /n/ αφομοιώθηκαν ή χάθηκαν, οδηγώντας σε συγκρητισμό (τη συγχώνευση δύο παλαιότερα διακριτών τύπων σε έναν) μεταξύ των άρθρων της γενικής και της αιτιατικής (τα) (Kisilier & Mertyris, 2018).
Πτωτικό Σύστημα
Το τσακωνικό πτωτικό σύστημα αποτελείται κυρίως από τρεις λειτουργικές πτώσεις: Ονομαστική, Γενική και Αιτιατική.
| Πτώση | Κύρια Λειτουργία | Κατάσταση |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Υποκείμενο της πρότασης | Πλήρως λειτουργική |
| Γενική | Κατοχή, σχέση | Εξασθένηση, σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια στον πληθυντικό |
| Αιτιατική | Άμεσο αντικείμενο, αντικείμενο προθέσεων | Πλήρως λειτουργική, συχνά αντικαθιστά τη Γενική |
Η Δοτική πτώση (που επισημαίνει έμμεσα αντικείμενα, π.χ. «στη γάτα») έχει χαθεί εντελώς. Αντίθετα, το έμμεσο αντικείμενο εκφράζεται χρησιμοποιώντας μια πρόθεση (συνήθως σε) ακολουθούμενη από την αιτιατική πτώση. Για παράδειγμα, για να πείτε «δίνω το βιβλίο στην κοπέλα», λέτε ένι δίου το βιβλίε τ̔αν κοπέα (éni díou to vivlíe than kopéa). Οι πρώιμες καταγραφές (π.χ. Οικονόμος, 1870) ανέφεραν τύπους δοτικής, αλλά αυτοί ήταν είτε αιτιατικές με πρόθεση είτε σφάλματα επηρεασμένα από την Καθαρεύουσα (Kisilier & Mertyris, 2018).
Ρωτακισμός στη Σήμανση Πτώσης
Η διατήρηση της αρχαίας δωρικής/λακωνικής μεταβολής του μεσοφωνηεντικού /s/ σε /r/ επηρεάζει άμεσα τη σήμανση της πτώσης των θηλυκών (Kisilier & Mertyris, 2018):
- Πριν από φωνήεντα: τας → ταρ (π.χ. ταρ αγάκη). Αυτό διατηρεί μια φωνολογική διάκριση μεταξύ γενικής και αιτιατικής.
- Πριν από σύμφωνα: Το τελικό /s/ του άρθρου της γενικής και το τελικό /n/ του άρθρου της αιτιατικής αφομοιώνονται ή χάνονται, προκαλώντας την κατάρρευση των πτώσεων σε συγκρητισμό (π.χ. α νύ[ι]θη → γεν./αιτ. τα νύ[ι]θη).
Κλιτικές Τάξεις
Τα ουσιαστικά στα Τσακώνικα ομαδοποιούνται σε κλιτικές τάξεις με βάση το πρότυπο των καταλήξεων που παίρνουν. Αυτές οι τάξεις αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές στις αρχαίες ελληνικές κλίσεις (1η, 2η, 3η), αλλά με σημαντικές αλλαγές. Οι παρακάτω πίνακες χρησιμοποιούν την ονομαστική και τη γενική ενικού, ενώ δίνονται και οι τύποι του πληθυντικού. Για την πλήρη θεωρία της παρακμής της γενικής, δείτε (Kisilier & Mertyris, 2018).
Αρσενικά Ουσιαστικά
Τύπος σε -α (Αρχαία 1η κλίση)
Η γενική συχνά διακρίνεται μόνο από το άρθρο (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|
| ο ταμία | του ταμία | o tamía, tou tamía | ταμίας |
| ο νομία | του νομία | o nomía, tou nomía | νομέας/βοσκός |
| ο βορία | του βορία | o voría, tou voría | βοριάς |
| ο όντα | του όντα | o ónta, tou ónta | δόντι |
| ο πούα | του πούα | o poúa, tou poúa | πόδι |
| ο σ̌ίνα | του σ̌ίνου* | o shína, tou shínou | βουνό |
| ο Σπαρτιάτα | του Σπαρτιατού* | o Spartiáta, tou Spartiatoú | Σπαρτιάτης |
| ο πέτακα | του πετάκου* | o pétaka, tou petákou | είδος σκουληκιού |
| ο στρατιώτα | του στρατιώτου* | o stratióta, tou stratiótou | στρατιώτης |
*Σημείωση: Οι γενικές σε -ου σε αυτή την τάξη πιθανότατα προκύπτουν από την επίδραση της Κοινής Νεοελληνικής.
Τύπος σε -ο/-ε (Αρχαία 2η κλίση)
Το πιο παραγωγικό αρσενικό πρότυπο, με γενική που λήγει σε -ου (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Υποτύπος | Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|---|
| -ο (δισύλλ.) | ο βράχο | του βράχου | o vrácho, tou vráchou | βράχος |
| ο λιούκο | του λιούκου | o lioúko, tou lioúkou | λύκος | |
| ο μόκ̔ο | του μόκ̔ου | o mókho, tou mókhou | μοσχάρι | |
| ο νόμο | του νόμου | o nómo, tou nómou | νόμος | |
| ο όγε | του όγου | o óge, tou ógou | λόγος | |
| ο τσ̌άο | του τσ̌άου | o tsháo, tou tsháou | τράγος | |
| ο τσ̂ήπο | του τσ̂ήπου | o tssípo, tou tssípou | κήπος | |
| -ό (δισύλλ.) | ο αγό | του αγού | o agó, tou agoú | λαγός |
| ο σοφό | του σοφού | o sofó, tou sofoú | σοφός | |
| ο φαγό | του φαγού | o fagó, tou fagoú | βελανίδι | |
| ο αρμό | του αρμού | o armó, tou armoú | αρμός | |
| ο βορβό | του βορβού | o vorvó, tou vorvoú | βολβός | |
| -ο (τρισύλλ.) | ο άθρωπο | του αθρούπου | o áthropo, tou athroúpou | άνθρωπος |
| ο άτσ̌ωπο | του ατσ̌ούπου | o átshopo, tou atshoúpou | άνθρωπος | |
| ο ακ̔ό | του ακ̔ού | o akhó, tou akhoú | ασκός | |
| -ε | ο βότσ̌ε | του βότσ̌ου | o vótse, tou vótsou | σταφύλι |
| ο κώλε | του κώλου | o kóle, tou kólou | γλουτός | |
| ο ξένε | του ξένου | o xéne, tou xénou | ξένος | |
| ο όνε | του όνου | o óne, tou ónou | γάιδαρος | |
| ο πέτσ̌ε | του πέτσ̌ου | o pétse, tou pétsou | πέτρα | |
| ο πόρε | του πόρου | o póre, tou πόρου | πόρτα | |
| ο σίδερε | του σιδέρου | o sídere, tou sidérou | σίδερο | |
| ο φούρνε | του φούρνου | o foúrne, tou foúrnou | φούρνος | |
| ο χιούρε | του χιούρου | o chioúre, tou chioúrou | γουρούνι | |
| -έ | ο γαμπρέ | του γαμπρού | o gambré, tou gamproú | γαμπρός |
| ο καφέ | του καφού | o kafé, tou kafoú | καφές | |
| ο τσ̂αιρέ | του τσ̂αιρού | o tssairé, tou tssairoú | καιρός | |
| ο υζέ | του υζού | o yzzé, tou yzzoú | γιος | |
| ο ψιλέ | του ψι[λ]ού | o psilé, tou psi[l]oú | μάτι |
Ειδικοί τύποι (Αρχαία 3η κλίση)
| Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία | Αρχαιοελληνική Προέλευση |
|---|---|---|---|---|
| ο κούε | του κουνέ | o koúe, tou kouné | σκύλος | < κύων → κυνός |
| ο ούθι | του ουθίου | o oúzi, tou ouzíou | φίδι | < ὄφις → ὄφεος |
| ο μήνα | του μηνέ | o mína, tou miné | μήνας | Αρχαία 3η κλίση |
Σύνοψη Κατηγοριοποιημένων Τύπων Κλίσης Ουσιαστικών
Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τους κύριους τύπους κλίσης ουσιαστικών στα Τσακώνικα, όπως κατηγοριοποιήθηκαν από το (García Chaparro, 2023):
| Γένος | Τύπος | Ονομαστική | Γενική | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|---|
| Αρσενικό | A1 | -α | -α | -οι |
| A2 | -α | -α | -ε | |
| A3 | -α | -α | -ου | |
| A1 | -ε / -ο | -ου | -οι | |
| A3 | -ε / -ο | ΄-ου | -ου | |
| A4 | -ε / -ο | -ου | -ουνε | |
| A5 | -α / -η -ε / -ου | -α / -η -ε / -ου | -αδε / -ηδε -εδε / -ουδε | |
| Irreg. | γέρου | γέρου | γέροι | |
| αθή | αθή | αθήνε | ||
| ούθι | ουθίου | ουθίουνε | ||
| ψιλέ | ψιού | ψιλ̣οί | ||
| κούε | κουνέ | κούν̇οι | ||
| μήνα | μηνέ | μην̇οι | ||
| Θηλυκό | Θ1 | -α | -α / -έ | -ε |
| Θ2 | -α | -α / -έ | -λε | |
| Θ4 | -α | -α / -έ | -αδε | |
| Θ3 | -ά | -α / -έ | -άε | |
| Θ1 | -η | -η / -έ | -ε | |
| Θ4 | -η | -η / -έ | -αδε | |
| Θ5 | -ου | -ου | -ουδε | |
| Irreg. | μάτη | μάτη / ματερί | ματέρε | |
| σάτη | σάτη / σατερί | σατέρε | ||
| άμπελε | άμπελε / άμπελ̣ή | άμπελ̣ή | ||
| κρόπο | κρόπου | κρόπε | ||
| Ουδέτερο | Υ5 | -ε | ∅ | -ατα |
| Υ1 | -ο / -υ | -ου | -α | |
| Υ3 | -ι | -ίου | -ια | |
| Υ4 | -η | ∅ | -ητα | |
| Υ1 | -ου | -ου | -α | |
| Υ2 | -μα / -ιμο | -μάτου / -ιμάτου | -ματα / -ιματα | |
| Irreg. | κόκαλε | κόκαλε | κόκα | |
| τσ̌έρβουλε | τσ̌έρβουλε | τσ̌έρβα | ||
| π̔ιτόκαλε | π̔ιτόκαλε | π̔ιτόκα | ||
| κάλ̣ι | κάλ̣ι | κάβα | ||
| μάλ̣ι | μάλ̣ι | μάβα | ||
| άι | άι | άζα |
Θηλυκά Ουσιαστικά
Πρότυπο I: Συγκρητικό (Αρχικό σύμφωνο)
Πριν από σύμφωνα, το άρθρο της γενικής συμπίπτει με το άρθρο της αιτιατικής. Πριν από φωνήεντα, ο ρωτακισμός διατηρεί τη διάκριση (ταρ έναντι ταν) (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Ονομαστική | Γενική | Αιτιατική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|---|
| α νύ[ι]θη | τα νύ[ι]θη | τα νύ[ι]θη | a ný[i]zi, ta ný[i]zi | νύφη |
| α χούρα | τα χούρα | τα χούρα | a choúra, ta choúra | χωράφι |
| α αγάκη | ταρ αγάκη | ταν αγάκη | a agáki, tar agáki, tan agáki | αγάπη |
| α ελ̣ία | ταρ ελ̣ία | ταν ελ̣ία | a el’ía, tar el’ía, tan el’ía | ελιά |
Πρότυπο II: Γενική σε -έ
Η πιο κοινή κατάληξη της γενικής θηλυκών, που πιθανώς προέρχεται από την αρχαία ελληνική τοπική πτώση (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|
| α θάσσα | τα θασσέ | a zássa, ta zassé | θάλασσα |
| α κ̔άρα | τα κ̔αρέ | a khára, ta kharé | φωτιά |
| α κότ̒α | τα κοτ̒έ | a kótia, ta kotié | κότα |
| α γίδα | τα γιδέ | a gída, ta gidé | γίδα |
| α νιούτ̒α | τα νιουτ̒έ | a nioútia, ta nioutié | νύχτα |
| α μοίρα | τα μοιρέ | a moíra, ta moiré | μοίρα |
| α χούρα | τα χουρέ | a choúra, ta chouré | χωράφι |
| α σκούπα | τα σκουπέ | a skoúpa, ta skoupé | σκούπα |
| α καμάρα | τα καμαρέ | a kamára, ta kamaré | καμάρα |
| α κράκα | τα κρατσέ | a kráka, ta kratsé | κλειδί |
| α κατσούα | τα κατσουλέ | a katsoúa, ta katsoulé | γάτα |
| α κούλικα | τα κουλιτσ̂έ | a koúlika, ta koulitssé | αγελάδα |
| α φούκ̔α | τα φουτσέ | a foúkha, ta foutsé | κοιλιά |
| α αβουτάνα | τα αβουτανέ | a avoutána, ta avoutané | αυτί |
| α κολιούρα | τα κολiouρέ | a kolioúra, ta koliouré | κουλούρα |
| α στέρνα | τα στερνέ | a stérna, ta sterné | στέρνα |
| α τσ̂οίτα | τα τσ̂oiτέ | a tssoíta, ta tssoité | κρεβάτι |
| α σβάρνα | τα σβαρνέ | a svárna, ta svarné | σβάρνα |
| α προβάτα | τα προβατέ | a prováta, ta provaté | προβατίνα |
Πρότυπο III: Γενική σε -ή
Μια μικρότερη ομάδα που προέρχεται από την αρχαία 3η κλίση (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|
| α [α]μέρα | τα [α]μερή | a [a]méra, ta [a]merí | ημέρα |
| α γουναίκα | τα γουναιτσ̂ή | a gounaíka, ta gounaitssí | γυναίκα |
| α μάτη | τα ματερή | a máti, ta materí | μητέρα |
| α σάτη | τα σατερή | a sáti, ta saterí | κόρη |
| α χέρα | τα χερή | a chéra, ta cherí | χέρι |
| α άμπελε | τα αμπελή | a ámpele, ta ampelí | αμπέλι |
| α κοπέα | τα κοπελ̣ή | a kopéa, ta kopel’í | κοπέλα |
| α τσ̂έα | τα τσ̂ελή | a tssέα, ta tsselí | σπίτι |
| α τσ̌ίχα | τα τσ̌ιχή | a tshícha, ta tshichí | τρίχα |
| α τσουφά | τα τσουφαλ̣ή | a tsoufά, ta tsoufal’í | κεφάλι |
Ουδέτερα Ουσιαστικά
Γενική σε -ου
Χρησιμοποιείται για ουδέτερα που προέρχονται από την αρχαία 2η κλίση (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Υποτύπος | Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|---|
| -ε | το γάστενε | του γαστένου | to gástene, tou gasténou | κάστανο |
| το κούμαρε | του κουμάρου | to koúmare, tou koumárou | κουμαριά/κούμαρο | |
| το άχανε | του αχάνου | to áchane, tou achάνου | λάχανο | |
| το σχολείε | του σχολείου | to scholéie, tou scholéiou | σχολείο | |
| το σίδερε | του σιδέρου | to sídere, tou sidérou | σίδερο | |
| -ο | το μόκ̔ο | του μόκ̔ου | to mókho, tou mókhou | μοσχάρι |
| το πεύκο | του πεύκου | to peúko, tou peúkou | πεύκο | |
| το σούκο | του σούκου | to soúko, tou soúkou | σύκο | |
| το σάκ̔ο | του σάκ̔ου | to sάkho, tou sάkhou | σάκος | |
| το άογο | του αόγου | to áogo, tou aógou | άλογο | |
| -ι/-ί | το βαννί | του βαννίου | to banní, tou banníou | αρνί |
| το μάλι | του μαλίου | to máli, tou malίου | μήλο | |
| το καμπζί | του καμπζίου | to kampzzí, tou kampzzíou | παιδί | |
| το κάλι | του καλίου | to κάλι, tou kalίου | ξύλο | |
| το πουλ̃ί | του πουλ̃ίου | to poul̃ί, tou poul̃ίou | πουλί | |
| το ψάζ̌ι | του ψαζ̌ίου | to psázhi, tou psazhίου | ψάρι | |
| το χράμι | του χραμίου | to chράμι, tou chramίου | ναός/εκκλησία | |
| το ζοβγάζ̌ι | του ζοβγαζ̌ίου | to zobgázhi, tou zobgazhίου | ζευγάρι | |
| το βουζί | του βουζίου | to bouζί, tou bouζίου | στήθος | |
| το δοχύζ̌ι | του δοχυζ̌ίου | to dochýzhi, tou dochyzhίου | γέφυρα | |
| το λεοντάρι | του λεονταρίου | to leontári, tou leontarίου | λιοντάρι | |
| το κρεβάκι | του κρεβακίου | to krebάκι, tou krebakίου | κρεβάτι | |
| Μετ. τόνου | το σκούνδι | του σκούντου | to skoúndi, tou skoúndou | σκόρδο |
| το χόντι | του χόντου | to chónti, του chóndou | χορτάρι | |
| το χωζ̌ύγι | του χωζ̌ύγου | to chozhýgi, του chozhýγου | ασβέστης |
Ειδικοί τύποι: Γενική σε -άτου
Προέρχεται από θέματα αρχαίων ουσιαστικών της 3ης κλίσης (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Υποτύπος | Ονομαστική | Γενική | Μεταγραφή | Ερμηνεία | Προέλευση |
|---|---|---|---|---|---|
| -μα | το σώμα | του σωμάτου | to sóma, tou somátou | σώμα | -ματος |
| το κράμα | του κραμάτου | to krάμα, του kramάtou | κληματίδα | -ματος | |
| το βά[μ]μα | του βα[μ]μάτου | to bά[m]ma, του ba[m]mάtou | κλάμα | -ματος | |
| το χώμα | του χωμάτου | to chόμα, του chomάtou | χώμα | -ματος | |
| το πούμα | του πουμάτου | to poύμα, του poumάtou | πώμα | -ματος | |
| το πάπουμα | του παπουμάτου | to pάπουμα, του papoumάtou | κάλυμμα | -ματος | |
| το ζύμουμα | του ζυμουμάτου | to ζύμουμα, του zymoumάtou | ζύμωμα | -ματος | |
| το άρτουμα | του αρτουμάτου | to άρτουμα, του artoumάtou | τυρί | -ματος | |
| -ιμο | το γράψιμο | του γραψιμάτου | to grάψιμο, του grapsimάtou | γράψιμο | -ματος |
| το σ̌άψιμο | του σ̌αψιμάτου | to shάψιμο, του shapsimάτου | ράψιμο | -ματος | |
| το κ̔σ̌ύσιμο | του κ̔σ̌υσιμάτου | to khshýsimo, του khshysimάτου | πλύσιμο | -ματος | |
| το σ̌έψιμο | του σ̌εψιμάτου | to shέψιμο, του shepsimάτου | θρέψη | -ματος | |
| Αρχαίο /-t/ | το γα | του γάτου | to ga, tou gάtou | γάλα | < γάλα → γάλακτος |
| το ύο | του υβάτου | to ýo, tou ybátou | νερό | < ὕδωρ → ὕδατος | |
| το κρίε | του κριάτου | to κρίε, του kriάtou | κρέας | < κρέας → κρέατος | |
| το γούνα | του γουνάτου | to γούνα, του gounάτου | γόνατο | < γόνυ → γόνατος |
Πληθυντικός Αριθμός
Ο σχηματισμός του πληθυντικού στα Τσακώνικα είναι σε μεγάλο βαθμό άκλιτος ως προς την πτώση στις Πελοποννησιακές διαλέκτους (Liosis, 2017).
Διάκριση Εμψυχίας
Τα αρσενικά ουσιαστικά παρουσιάζουν μια διάκριση εμψυχίας στις καταλήξεις του πληθυντικού τους (Liosis, 2017):
- +έμψυχα: Χρησιμοποιεί το -οι (π.χ. αθρίποι «άνθρωποι», υζοί «γιοι»).
- -άψυχα: Χρησιμοποιεί το -ου (π.χ. τόπου «τόποι», ακ̔ού «ασκοί»).
Επανεισαγωγή Πτώσης από Ημι-ομιλητές
Στη βόρεια υποδιάλεκτο, οι ημι-ομιλητές μερικές φορές επαναφέρουν το -ου ως δείκτη αιτιατικής πληθυντικού (π.χ. ονομ. πληθ. οι ελάφοι έναντι αιτ. πληθ. τιρ ελάφου), επανεισάγοντας μια πτωτική διάκριση σε ένα κατά τα άλλα συγκρητικό παράδειγμα (Liosis, 2017).
Η Γενική Πτώση και η Παρακμή της
Η γενική πτώση υφίσταται προοδευτική μείωση και αντικατάσταση. Ενώ είναι λειτουργική στον ενικό για πολλά ουσιαστικά, έχει σχεδόν εξαφανιστεί στον πληθυντικό (Kisilier & Mertyris, 2018).
Παρακμή στον Ενικό
- Ουδέτερα ουσιαστικά σε -άτου και -ίου: Οι σύγχρονοι ομιλητές έχουν σχεδόν χάσει εντελώς αυτούς τους τύπους (π.χ. οι τύποι σωμάτου, μαλίου σπάνια χρησιμοποιούνται) (Kisilier & Mertyris, 2018).
- Θηλυκά ουσιαστικά σε -έ: Διακριτοί τύποι όπως το κ̔αρέ (φωτιά) συχνά συνυπάρχουν με άκλιτες παραλλαγές (κ̔άρα) ή έχουν εξαφανιστεί εντελώς (Kisilier & Mertyris, 2018).
- Μεταβλητότητα: Ορισμένα ουσιαστικά παρουσιάζουν εξομάλυνση προς το πρότυπο σε -ου ή πλήρη απώλεια καταλήξεων (π.χ. πέτσ̌ε → γεν. πέτσ̌ε).
Απώλεια στον Πληθυντικό
Η γενική πληθυντικού περιορίζεται σε λίγες παγιωμένες εκφράσεις ηλικίας, ποσότητας ή αξίας (Kisilier & Mertyris, 2018).
| Ονομαστική | Γεν. Πληθυντικού | Μεταγραφή | Ερμηνεία |
|---|---|---|---|
| αμέρα | αμερού | améra, ameroú | «ημέρα» |
| γίδα | γιδού | gída, gidoú | «γίδα» |
| δραχουμή | δραχουμού | drachoumí, drachoumoú | «δραχμή» |
| εριφό | εριφού | erifó, erifoú | «ερίφιο» |
| μήνα | μηνού | mína, minoú | «μήνας» |
| χρόνε | χρονού | chróne, chronoú | «χρόνος/έτος» |
| ψαλία | ψαλιδού | psalía, psalidoú | «ψαλίδι» |
Παραδείγματα: δέκα χρονού καμπζί («παιδί δέκα χρονών»), δύ’ μηνού καμπζί («παιδί δύο μηνών»).
Περιφραστικές Εναλλακτικές
Η κατοχή εκφράζεται ολοένα και περισσότερο μέσω δύο κύριων στρατηγικών (Kisilier & Mertyris, 2018):
- Αντικατάσταση από Αιτιατική: οι πούε τα κότ̒α («τα πόδια της κότας»).
- Προθετικές Φράσεις:
- Με το σε: οι ψιλοί σ’ έταν̇η τα γουναίκα («τα μάτια αυτής της γυναίκας»). Συγχώνευση συμβαίνει πριν από το άρθρο: οι ψιλοί τ̒ουρ αθρίποι («τα μάτια των ανθρώπων»).
- Με το από: οι πούε από τα καμπζία («τα πόδια των παιδιών»).
Tsakonian Digital Vault