Τα επίθετα στα Τσακώνικα συμφωνούν με το ουσιαστικό που προσδιορίζουν ως προς το γένος, τον αριθμό και την πτώση — δηλαδή, οι καταλήξεις τους αλλάζουν για να ταιριάζουν με εκείνες του ουσιαστικού. Τα τσακωνικά επίθετα ταξινομούνται σε διάφορους τύπους με βάση τις ειδικές για κάθε γένος καταλήξεις τους και τα κλιτικά τους πρότυπα. Αυτή η ενότητα βασίζεται κυρίως στους συστηματικούς πίνακες που παρέχονται από τη (García Chaparro, 2023) και τη σύντομη γραμματική του Κωστάκη (1951).
Για το σύστημα πτώσεων και γενών που χρησιμοποιείται στις κεφαλίδες των πινάκων, δείτε 5.1 Ουσιαστικά. Για τη συνολική δομή της γραμματικής, δείτε τον ευρετήριο 5. Γραμματική.
Επισκόπηση Παραδείγματος
| Τύπος | Ονομ. (Α) | Αιτ. (Α) | Ονομ. (Θ) | Αιτ. (Θ) | Ονομ. (Ο) | Αιτ. (Ο) | Γεν. (Α) | Γεν. (Ο) | Πληθ. (Α) | Πληθ. (Θ) | Πληθ. (Ο) |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Ε1 | -ε (-e) | -ε (-e) | -α (-a) | -α (-a) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ου (-ou) | -ου (-ou) | -οι (-oi) | -α (-a) | -α (-a) |
| Ε5 | -ο (-o) | -ο (-o) | -α (-a) | -α (-a) | -ο (-o) | -ο (-o) | -ου (-ou) | -ου (-ou) | -οι (-oi) | -α (-a) | -α (-a) |
| Ε2 | -ε (-e) | -ε (-e) | -α (-a) | -α (-a) | -ιου (-iou) | -ιου (-iou) | -ε (-e) | -ε (-e) | -οι (-oi) | -α (-a) | -α (-a) |
| Ε3 | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ιου (-iou) | -ιου (-iou) | -ε (-e) | -ε (-e) | -οι (-oi) | -α (-a) | -α (-a) |
| Ε6 | -ε (-e) | -ε (-e) | -ο (-o) | -ο (-o) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ου (-ou) | -ου (-ou) | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) |
| Ε7 | -ιού (-ioú) | -ιού (-ioú) | -ία (-ía) | -ία (-ία) | -ιού (-ioú) | -ιού (-ioú) | -οί (-oí) | -ίε (-íe) | -ία (-ία) | ||
| Ε8 | -η (-i) | -η (-i) | -α (-a) | -α (-a) | -ικο (-iko) | -ικο (-iko) | -ικου (-ikou) | -ικου (-ikou) | -ηδε (-ide) | -ε (-e) | -ικα (-ika) |
| Ε4 | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ιου (-iou) | -ιου (-iou) | -οι (-oi) | -α (-a) | -α (-a) |
Κανόνες διαφοροποίησης των παραδειγμάτων
1. Θέση του τόνου
Η θέση του τόνου είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την κατάταξη ενός επιθέτου σε μία από τις τρεις κύριες ομάδες. Ο Κωστάκης οργανώνει τη γραμματική του ακριβώς γύρω από αυτή τη διαίρεση.
Οξύτονα (τόνος στην τελευταία συλλαβή) → E1 και E5
Αυτά είναι τα πιο κοινά επίθετα. Το αρσενικό και το ουδέτερο μοιράζονται την ίδια κατάληξη. Το θηλυκό διαφέρει. Στο E1 η ονομαστική αρσενικού/ουδετέρου λήγει σε -ε και του θηλυκού σε -α, αντικατοπτρίζοντας το πρότυπο 2-1-2 της ελληνικής. Παραδείγματα από τον Κωστάκη: μονέ / μονά / μονέ (= μονός), καλέ / καλά / καλέ, ξανθέ, χρυσέ, κρυανέ.
Στο E5 το αρσενικό/ουδέτερο λήγει σε -ο αντί για -ε. Παραδείγματα: ἀρνικό / ἀρνικά / ἀρνικό (= αρνήσιος), ὄμορφο / ὄμορφα / ὄμορφο (= όμορφος). Αυτός ο τύπος είναι πιο κοινός στην ποικιλία της Προποντίδας (V).
Τόσο το E1 όσο και το E5 σχηματίζουν τη γενική σε -ου και τον αρσενικό πληθυντικό σε -οι (συχνά γράφεται -ού στην τσακωνική ορθογραφία λόγω της συγχώνευσης ο/ου).
Παροξύτονα (τόνος στην προτελευταία συλλαβή) → E7
Το E7 συνεχίζει τα αρχαία ελληνικά επίθετα σε -ύς / -εῖα / -ύ. Το αρσενικό και το ουδέτερο λήγουν σε -ιού και το θηλυκό σε -ία, όλα με τον τόνο στην προτελευταία συλλαβή. Ο αρσενικός πληθυντικός είναι -οί, ο θηλυκός πληθυντικός -ίε, ο ουδέτερος πληθυντικός -ία.
Παραδείγματα από τον Κωστάκη: βαθίε / βαθία / βαθίου (= βαθύς), βαρίε / βαρία / βαρριού (= βαρύς), πρατίε / πρατία / πρακιού (= πλατύς), μακρίε / μακρία / μακριού (= μακρύς).
Αρκετά επίθετα που δεν είναι ετυμολογικά σε -ύς έχουν ελκυσθεί σε αυτό το παράδειγμα κατ’ αναλογία: ροῦσε / ρούσα / ρούσου (= ξανθός), ποῖε / ποία / ποίου (= ποιός), πᾶσε / πᾶσα / πάσου (= πας/όλος).
Προπαροξύτονα (τόνος στην προπροτελευταία συλλαβή) → E2, E3, E4
Αυτά συνεχίζουν τα αρχαία επίθετα σε -ιος / -ια / -ιον. Το ουδέτερο λήγει πάντα σε -ιου (= -ιον > -ιο > -ιου), και η γενική είναι -ε (ίδιος τύπος με την ονομαστική αρσενικού). Η διάκριση μεταξύ E2, E3 και E4 έγκειται στην κατάληξη του θηλυκού και στη συμπεριφορά των συμφώνων (δείτε §3 παρακάτω):
- E2: αρσενικό και θηλυκό διαφέρουν — αρσ. -ε, θηλ. -α — επειδή το θέμα επιτρέπει ένα διακριτό θηλυκό. Παραδείγματα: ἕμισε / ἕμισα / ἕμισου (= ήμισυς), δίτσε / δίτσα / δίτσου (= δίκαιος· το θηλυκό εμφανίζεται επίσης ως δίτσα κατ’ αναλογία με την κοινή).
- E3: αρσενικό και θηλυκό είναι πανομοιότυπα (-ε). Αυτό είναι το τυπικό αποτέλεσμα όταν το θέμα λήγει σε ουρανικό σύμπλεγμα ή όταν δεν αναπτύχθηκε διακριτό θηλυκό επίθημα. Παραδείγματα: ντόπιε / ντόπιε / ντόπιου (= ντόπιος), τέτοιε / τέτοιε / τέτοιου (= τέτοιος), ἀνάλατε / ἀνάλατε / ἀνάλατου (= ανάλατος). Το θηλυκό παίρνει περιστασιακά -α υπό την επίδραση της κοινής: ντόπια.
- E4: όπως το E3 (αρσ. = θηλ. -ε, ουδ. -ιου) αλλά η γενική δεν μαρτυρείται ή δεν είναι παραγωγική για τα συγκεκριμένα λήμματα σε αυτόν τον υποτύπο. Στην πράξη το E4 και το E3 συχνά συγχέονται.
2. Κατάληξη γενικής
Η γενική είναι ένα αξιόπιστο δευτερεύον κριτήριο:
| Γενική | Τύποι |
|---|---|
| -ου | E1, E5, E6 (οξύτονα και οιονεί οξύτονα θέματα) |
| -ε | E2, E3 (προπαροξύτονα θέματα σε -ιος) |
| όχι διακριτή | E7 (το ουδέτερο ονομ./αιτ. -ιού χρησιμεύει ως γενική), E4 (δεν έχει καταγραφεί διακριτή γενική) |
3. Μεταβολές συμφώνων στο ουδέτερο
Το ουδέτερο του E7 (της τάξης σε -ύς) και ορισμένων επιθέτων του E3 παρουσιάζει εναλλαγές συμφώνων στο όριο θέματος-επιθήματος. Πρόκειται για τις ίδιες μεταβολές που απαντώνται στο τσακωνικό σύστημα των ουσιαστικών.
ρ → ζ πριν από -ου
Όταν το θέμα του επιθέτου λήγει σε -ρ και το ουδέτερο επίθημα είναι -ου (είτε από -υ είτε από άλλο ουδέτερο σε -ου), το ρ μετατρέπεται σε ζ:
| Αρσ. | Θηλ. | Ουδ. | Νεοελληνικό αντίστοιχο |
|---|---|---|---|
| βαρίε | βαρία | βαρριού | βαρύς |
| μακρίε | μακρία | μακριού | μακρύς |
| δεύτερε | δεύτερε | δεύτεζου | δεύτερος |
Στο μακρύς, το σύμπλεγμα -κρ- πριν από το -ού απλοποιείται: το ρ γίνεται ζ, δίνοντας το μακριού.
τ → κ πριν από -ι-
Όταν το θέμα λήγει σε -τ και το ουδέτερο επίθημα αρχίζει με -ι- (όπως στο -ιου), το τ ουρανικοποιείται σε κ:
| Αρσ. | Θηλ. | Ουδ. | Νεοελληνικό αντίστοιχο |
|---|---|---|---|
| πρατίε | πρατία | πρακιού | πλατύς |
| πρώτε | πρώτα | πρώκιου | πρώτος |
| τεσσάρατε | τεσσάρατε | τεσσάρακιου | τέταρτος |
Η ίδια μεταβολή είναι ορατή στα τακτικά αριθμητικά και σε αρκετές αντωνυμίες των οποίων το ουδέτερο αναμορφώθηκε με βάση τα επίθετα σε -ιου (π.χ. τόδου < τοῦτο → τοῦτ + ιου → τόδ/τότ + κιου).
λ → απόν ή → ζ
Τα Τσακώνικα χάνουν τακτικά το τελικό ή προ-συμφωνικό λ. Στα θέματα των επιθέτων αυτό σημαίνει ότι τα θέματα σε -λ- μπορεί να παρουσιάζουν έκθλιψη ή ένα αντανακλαστικό ζ στο ουδέτερο, αν και τα παραδείγματα επιθέτων για αυτό είναι σπανιότερα απ’ ό,τι στα ουσιαστικά.
4. Κατάληξη θηλυκού
Η κατάληξη του θηλυκού κωδικοποιεί μια δευτερεύουσα διάκριση εντός κάθε ομάδας τόνου:
| Κατάληξη θηλυκού | Τύποι | Σημειώσεις |
|---|---|---|
| -α | E1, E2, E5, E8 | Προεπιλεγμένο αποτέλεσμα· από θέματα σε -α ή -η (κοινής) |
| -ε (= αρσ.) | E3, E4 | Όχι διακριτό θηλυκό· τυπικό των θεμάτων σε -ιος όπου το θηλ. -ια- συγχωνεύτηκε με το αρσ. |
| -ο | E6 | Ασυνήθιστο· μια μικρή τάξη με θηλυκό σε στρογγυλό φωνήεν |
| -ία | E7 | Από το αρχαίο -εῖα· πάντα τονισμένο |
5. E6 και E8: ειδικές τάξεις
Το E6 (-ε / -ο / -ε, γεν. -ου) αποτελεί μια μικρή τάξη όπου το θηλυκό λήγει σε -ο αντί για -α. Ο πληθυντικός του θηλυκού είναι -οι (πανομοιότυπος με τον αρσενικό πληθυντικό), γεγονός που το διακρίνει από όλους τους άλλους τύπους. Τα ακριβή μέλη αυτής της τάξης δεν τεκμηριώνονται πλήρως στον Κωστάκη.
Το E8 (-η / -α / -ικο) είναι ένας εξαιρετικά ανώμαλος τύπος. Το αρσενικό λήγει σε -η (από αρχαίο θέμα σε -ης), το ουδέτερο σε -ικο με γενική -ικου, και ο αρσενικός πληθυντικός σε -ηδε (ένας χαρακτηριστικά τσακωνικός πληθυντικός σε -δε). Αυτή η τάξη προέρχεται από επίθετα-ουσιαστικά ενεργούντος προσώπου σε -ης/-ιτης που ενσωματώθηκαν στο επιθετικό σύστημα. Το πιο αναφερόμενο παράδειγμα είναι το μιτσή / μιτσά / μιτσί (= μικρός), όπου το ουδέτερο μιτσί σχηματίζεται κατά το πρότυπο των ουδετέρων σε -ι παρά σε -ικο, υποδηλώνοντας ότι το E8 καλύπτει μια ετερογενή υπολειμματική ομάδα.
6. Συγκριτικός και υπερθετικός βαθμός
Ο Κωστάκης τονίζει ότι οι μονολεκτικοί συγκριτικοί είναι πολύ πιο παραγωγικοί στα Τσακώνικα απ’ ό,τι στην κοινή. Το συγκριτικό επίθημα -ούτερε / -ουτέρα / -ούτεξου (ή -ούτερε / -ουτέρα / -ούτερου για θέματα σε -ρ) προστίθεται στο θέμα του θετικού βαθμού και κλίνεται ως προπαροξύτονο επίθετο (πρότυπο E3):
| Θετικός | Συγκριτικός (Α) | Συγκριτικός (Θ) | Συγκριτικός (Ο) |
|---|---|---|---|
| ἁτσέ (= μεγάλος) | ἁτσύτερε | ἁτσυτέρα | ἁτούτεξου |
| μιτσή (= μικρός) | μιτσούτερε | μιτσούτερα | μιτσούτεξου |
| ναἱέ (= ώριμος) | ναἱούτερε | ναἱουτέρα | ναἱούτεξου |
| χαμηλέ | χαμηότερε | χαμηότερα | χαμηότερε |
Σημειώστε το ουδέτερο σε -ξου, μια παραλλαγή του -ζου που προκαλείται από την ίδια μεταβολή ρ → ζ: το θέμα του συγκριτικού λήγει σε -τερ-, οπότε -τερ + ου → -τεζ/ξου.
Ο υπερθετικός βαθμός είναι περιφραστικός: το μόριο τελεία (= απολύτως, εντελώς) ή η δομή ἀπὸ οὕλου / οὕλε / οὕλα (= από όλους) προηγείται του συγκριτικού. Ένας μονολεκτικός υπερθετικός σε -τατε (όπως αναφέρεται από τον Deffner) δεν είναι γνήσια τσακωνικός σύμφωνα με τον Κωστάκη.
Tsakonian Digital Vault